+30 6977 256 487 info@ugrow.gr

…η Φωνούλα η δική του που είχαν γεννηθεί μαζί!

Ένα γράμμα σε σένα στέλνω μάνα – πατέρα. Σε σένα, που κάθε βράδυ το μωρό σου κοιμίζεις και τη μέρα αποχαιρετάς με ιστορίες και κουβέντες. Σε σένα, που το παιδί σου κοιτάς και ονειρεύεσαι… Πετυχημένο και ευτυχισμένο συνάμα να γενεί.

Μία ιστορία σου ταχυδρομώ. Για ένα Παιδί, «πετυχημένο» και όλα τούτα που φαντάστηκες να εξιστορεί.

Πρώτο ήταν στο σχολείο και ήρεμο στην εφηβεία. Συνεπές και συνεργάσιμο σε όλη του την πορεία. Ικανό να σε λούζει με περηφάνια, πανταχού παρόν, δημιουργικό και δυναμικό.

Παρέα του στο μεγάλωμα η Φωνούλα. Μαζί γεννήθηκαν μαζί μεγάλωναν. Αχώριστος και ισότιμος σύντροφος η Φωνούλα το συνόδευε σε όλες του τις σκέψεις, τις χαρές τις λύπες. Συζήταγαν τα όνειρά τους, πραγματοποιούσαν τις ιδέες τους. Εξέδωσαν εφημερίδες, έγραψαν θεατρικά, χόρεψαν τραγούδησαν δυνατά.

Αλληλοϋπήρχαν. «Θέλω» πρόσταζε η Φωνούλα, «Πάμε» αποκρινόταν το Παιδί.

Και μεγάλωναν… προχωρούσαν…

«Επιτυχία» στο πανεπιστήμιο, στην πρώτη σχολή, το γιόρτασαν μαζί. Αγκαλιασμένοι, κάλεσαν τους φίλους τους και υποδέχτηκαν την ενηλικίωση!

Προπονημένοι καλά, ξεκίνησαν στην κούρσα της ζωής. 4 χρόνια φοιτητικού βίου έτρεχαν παρέα. Πιο γρήγορο λίγο το παιδί άρχισε να την προσπερνά, πίσω εκείνη τον ακολουθούσε. Την αγαπούσε όμως πολύ και για παρέα του την αποζητούσε. Μέσα στην καρδιά του τη φύλαξε. Γαντζώθηκε η Φωνούλα, βρήκε τη θέση της και κούρνιασε.

Συνέχισε το Παιδί στην κούρσα του να τρέχει. Μετάλλια με «επιτυχίες» κέρδιζε. Πρόσληψη στη μεγάλη εταιρία, προαγωγές, οικονομική επιφάνεια όλα «όπως πρέπει».

Εγκαταλελειμμένη ένιωσε λιγάκι η Φωνούλα, θύμωσε! Φώναξε δυνατά, τον παλιό της φίλο πίσω αναζήτησε. Μέσα από τα σπλάχνα του αντήχησε και το Παιδί την άκουσε! «Συγγνώμη» της ζήτησε και το στόμα του άνοιξε στην κούρσα να ξαναμπεί.

 «Πάμε» ψιθύρισαν και μαζί ταξίδι μακρινό αρχίνησαν. Ένα χρόνο μακριά, θυμηθήκανε ο ένας τον άλλο, νέες στιγμές δημιούργησαν.

Επιστροφή στα πάτρια και η μεγάλη εταιρία πίσω ξαναζήτησε το Παιδί.

 «Πρέπει να πάω» της ανακοίνωσε. «Μαζί θα σε έχω τούτη τη φορά. Ποτέ ξανά δεν θα σε εγκαταλείψω» Και ακόμη πιο βαθιά μέσα του τη φύλαξε. Ακόμη πιο κοντά στην καρδιά, για να τον συντροφεύει…

Ξεκίνησε νέα κούρσα το Παιδί, έτρεχε για χρόνια πολλά. Μετάλλια νέα στη συλλογή του: αλλαγές θέσεων, προαγωγές ξανά. «Επιτυχίες» πολλές!

Και η Φωνούλα; Δίπλα στην καρδιά αρχικά τα κουβέντιαζαν. Μα μετά και πάλι πίσω έμεινε, την απότομη επιτάχυνση δεν προλάβαινε. Λησμονήθηκε… Χαλάσματα άρχισαν να τη σκεπάζουν, εγκατάλειψη να ξανα-νιώθει. Η λαλιά της ψίθυρος έγινε, απογοήτευση μεγάλη… Τόση όμως ήταν η λαχτάρα της να ακουστεί που ποτέ δεν έπαψε να μιλά. Σιγανά, εξουθενωμένα να μιλά.

Έτρεχε το Παιδί, μεγάλωνε μαζί. Πρωταθλητής έγινε, εμπόδια πέρναγε. Στην κούρσα που «του ΄λαχε» να ξεκινήσει. Γρήγορα και πιο γρήγορα, πρώτο να τερματίσει.

Και φθάνοντας εκεί, λίγο μετά τα 40, στη μαγική τούτη ηλικία που είσαι αρκετά σοφός για να σταματήσεις και αρκετά νέος για να ξεκινήσεις, κόπηκε η ανάσα του, διάλειμμα χρειάστηκε να κάνει. Γύρω του κοίταξε να δει: Η Φωνούλα; Πού πήγε η Φωνούλα; Ο αχώριστος σύντροφός του πού είχε χαθεί; Ποιοι ήταν τούτοι οι καινούργιοι φίλοι; Το αίσθημα μη πληρότητας, η παύση στο συναίσθημα, η μαύρη τρύπα που ρούφαγε όλη του τη δημιουργικότητα γίναν οι νέοι σύμμαχοί του.

Και η επιτυχία! Πήρε περίτρανα και ευθαρσώς τη θέση της Φωνούλας του και έγινε ο οδηγός του. Εκείνη του πρόσταζε τα «θέλω» και το παιδί «δημιουργούσε».

Μα νέοι ήταν όλοι κείνοι, παρέα της ενηλικίωσής του. Δεν γνώριζαν τα τραγούδια, τις στιγμές, τα γούστα του. Δεν  είχαν γνωρίσει καν τη Φωνούλα του…

Παύση έκανε το Παιδί και την παλιά του φίλη αναζήτησε. Θυμόταν, κάπου την είχε «φυλάξει» καλά κλεισμένη για να μην δραπετεύσει. Ξεκίνησε να ψάχνει… Μέσα στα χαλάσματα της ψυχής του συνέχισε να ψάχνει. Και κάπου εκεί, μέσα από μία χαραμάδα την άκουσε! Μία ανεπαίσθητη μόνο στιγμή κατόρθωσε για λίγο να ακούσει την αδύναμη, εξουθενωμένη φωνούλα του! Τις πέτρες μία μία άρχισε να σηκώνει και τα βαρίδια από πάνω της να αλαφρώνει. Βοήθεια ζήτησε, μόνο του δεν θα τα κατάφερνε. Δούλεψε πολύ μα κατάφερε να τη δει! Εκεί κάτωχρη, σκονισμένη και αδυνατισμένη με τα ίδια μεγάλα, στοργικά γεμάτη αγάπη και ζεστασιά μάτια της να τον κοιτάει…

Τρόμαξε το Παιδί! Δεν την αναγνώρισε! «Δεν είναι τούτη» σκέφτηκε. Πώς να την εμφανίσει στη στρωμένη – πια – ζωή του;

Κι όμως! Ήταν αυτή. Η Φωνούλα η δική του που είχαν γεννηθεί μαζί. Και τόσο πολύ είχαν αγαπηθεί που δεν μπορούσε να ξαναχαθεί. Στη στιγμιαία παλιά γνώριμη ζεστασιά που ένιωσε η Φωνούλα ξεθάρρεψε αμέσως. Λίγο μόνο χρειάστηκε και γιγαντώθηκε. Πλέον δε χώραγε στο μέσα. Λυσσασμένα αναζήτησε τη διέξοδο έξω να βγει. Χτυπούσε στο κεφάλι το Παιδί, του έτρωγε το στομάχι. Αγχωμαχούσε μία νέα χαραμάδα να ξετρυπώσει, μία μισάνοιχτή πόρτα ώστε τα μάτια του να ξαναδεί.

Πόνεσε το Παιδί, πάλεψε μαζί της. Θύμωσε, της ούρλιαξε «γιατί με πολεμάς;»

«Γιατί σ’αγαπώ».

Δάκρυα από τα μάτια ξεχύθηκαν μονομιάς και μαζί του πάλι πίσω της ζήτησε να ‘ρθει. Έξω του και όχι μέσα. Το στόμα διάπλατα άνοιξε και την περίμενε.

Είδε η Φωνούλα το φως, με όμορφο πολύχρωμο φουστάνι στολίστηκε, τα μαλλιά της χτένισε, σκουλαρίκια νέα φόρεσε. Προς την έξοδο προχώρησε, αργά μα σταθερά και βγήκε! Περήφανη και γαλήνια όρθια στάθηκε, το πρόσωπό της στο φως έλουσε.

«Θα φύγω» ψιθύρισε αποφασιστικά. Και ο ψίθυρος αντίλαλο έκανε. Ουρλιαχτό γίνηκε τις πόλεις τράνταξε, σεισμό προκάλεσε.

Χαμογέλασε στοϊκά, προς το παιδί γύρισε. Με ζέση κοιτάχτηκαν, ο ένας στον άλλο ξανα-συστήθηκε και μαζί κλάμα χαρμολύπης τραγούδησαν!